Αλάτσατα
Νοτιοανατολικά του Τσεσμέ βρίσκεται η μεσόγεια κωμόπολη Αλάτσατα, με 15.000
Έλληνες πριν από το 1922. Οι πρώτοι κάτοικοί της ήταν αγρότες από τη Χίο. Μετά
τα Ορλωφικά, ο πληθυσμός της αυξήθηκε από Κυκλαδίτες και Δωδεκανήσιους. Από
το 1830 άρχισαν να καταφθάνουν μετανάστες από την Πελοπόννησο, την Κρήτη και
την Ήπειρο, για να βρούνε πόρους ζωής.
Το 1806 λειτουργούσε στα Αλάτσατα το πρώτο κοινοτικό σχολείο, το Ελληνικόν.
Το 1833 ιδρύθηκε ο σύλλογος «Ερυθραί», τον οποίο διέλυσαν οι Τούρκοι το 1893.
Στα Αλάτσατα βρίσκονταν οι ναοί των Εισοδίων της Παναγίας, της Αγίας Τριάδος και
του Αγίου Κωνσταντίνου, τη μνήμη των οποίων οι κάτοικοι τιμούσαν πανηγυρικά.

Ο ναός της Παναγίας 1804, στα Αλάτσατα. Το μαρμάρινο ιερό του ναού, έργο του Τήνιου Γιάννη Χαλλεπά.
Ρεΐς-Ντερέ
Η κωμόπολη βρισκόταν βορειοανατολικά από τα Αλάτσατα και ανατολικά από το ακρωτήριο Πούντα. Τοπογραφικά ήταν σε ύψωμα και απείχε δυόμισι χιλιόμετρα από τη θάλασσα. Στο μυχό που σχημάτιζε η Πούντα υπήρχαν ιαματικές πηγές, οι οποίες ήταν προέκταση των πηγών των Λιτζίων. Οι πρώτοι οικιστές της κωμόπολης Ρεΐς-Ντερέ ήταν Ναξιώτες Γεωργοί και κτηνοτρόφοι, εγκαταστάθηκαν εκεί γύρω στα 1740. Αργότερα ήρθαν και άλλοι από την Κρήτη και την Πελοπόννησο, καθώς ήταν πλούσια η περιοχή
Εκκλησιαστικά ανήκε στην υποδιοίκηση Κρήνης. Η θαυμαστή εκκλησία του Αγίου Δημητρίου κτίστηκε το 1834, το ανάγλυφο μαρμάρινο τέμπλο της ήταν έργο επίσης του Τήνιου Χαλλεπά. Οι ανάγλυφες εικόνες της ήταν έργα του Καλύμνιου ζωγράφου Σακελλάριου Μαγκλή. Επίσης, είχε και γυναικείο μοναστήρι, έξω από την πόλη, αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο, όπου και βρισκόταν η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας. Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1862 και ασκήτευαν εκεί πάνω από 100 μοναχές. Κοντά στη θάλασσα, υπήρχε το εκκλησάκι της Αγίας Μαγδαληνής
