Λ Υ Κ Ι Α
Xώρα ορεινή, η αρχαία Λυκία, βρισκόταν νοτιοδυτικά της Μικράς Ασίας και γειτνίαζε βόρεια με την Καρία, τη Φρυγία, βορειοανατολικά με την Πισιδία και την Παμφυλία και νότια ήταν περιτριγυρισμένη από θάλασσα. Η περιοχή τέμνεται από όρη που ανήκουν στο σύστημα του Ταύρου, όπως είναι ο Κράγος, ο Αντίκραγος, επίσης τα όρη των Σολύμων (Ταχταλι Νταγ) που βρίσκονται προς τη νοτιοανατολική ακτή. Ήταν περιτριγυρισμένη με δάση από κέδρους, πλάτανους και έλατα Ο Ξάνθος είναι ο μεγαλύτερος ποταμός (Εσκέ Τσάι). Άλλοι ποταμοί είναι οι: Μύρος (Ντεμρί Τσάι), Αρίκανθος (Μπασκόζ) και Λίμυρος (Αλαγίρ Τσάι). Σημαντικές της πόλεις προς την πλευρά της Καρίας στον κόλπο του Γλαύκου ήταν η Τελμησσός. Στην κοιλάδα του Ξάνθου υπήρχαν τέσσερις διάσημες πόλεις, τα Πήναρα, η Τλως, η πρωτεύουσα Ξάνθος και τα Πάταρα (ήταν γνωστά και με την ονομασία Αρσινόη). Απέναντι από τη νήσο Μεγίστη (Καστελόριζο) βρισκόταν η πόλη Φελλός με επίνειο τον Αντίφελλο, οι Απέρλαι (Κέκοβα), τα Μήρα. (Ντέμρε), όπου βρίσκεται και η εκκλησία με τον τάφο του Αγίου Νικολάου. Βόρεια δε στεγαζόταν η πόλη Φάσηλις, που ήταν σημιτική αποικία, πνιγμένη στα πεύκα που φτάνουν ως τη θάλασσα.. Τα δυο λιμάνια της με τα κρυσταλλένια πεντακάθαρα νερά, στην αρχαιότητα, ήταν καταφύγιο πειρατών. Στα Πάταρα, ένα θέατρο είναι μισοβυθισμένο στην αμμουδιά μίας απέραντης παραλίας. Σήμερα η περιοχή έχει χαρακτηριστεί εθνικός δρυμός και μια τεράστια έκταση μεγαλύτερη από τους Δελφούς είναι διάσπαρτη με αρχαία ερείπια, εκατοντάδες γιγάντιες σαρκοφάγους, συλημένες από τυμβωρύχους. Ιστορικά, η Λυκία διατηρεί σημαντική θέση μεταξύ των λαών που κατοίκησαν τη Μικρά Ασία. Όφειλε τον πλούτο της στη γεωγραφική της θέση, ως πέρασμα των πλοίων από την Κύπρο προς τη Μέση Ανατολή, από την Αίγυπτο προς το Αιγαίο, από την Κρήτη προς τη Δύση. Οι εύφορες πεδιάδες, στην κοιλάδα του Ξάνθου, παρήγαν κρασί και δημητριακά. Εδώ λατρευόταν ο Απόλλων και η μητέρα του Λητώ: το σπουδαίο ιερό της μαντείο, στεγαζόταν στην πρωτεύουσα Ξάνθο. Σώζονται αρκετές επιτύμβιες επιγραφές με την αρχαία γλώσσα των Λυκίων του 5ου και 4ου π.Χ αι. Αργότερα κυριεύτηκε από τον Κύρο και αποτέλεσε επαρχία των Περσών μετά περιήλθε πρώτα στους Πτολεμαίους και αργότερα ανήκε στους Ρόδιους.
Λιβύσι (Kayaköy)
Επίνειο της Μάκρης και 6χλμ νοτιοδυτικά από αυτήν συναντάμε το Λιβύσι, ακατοίκητο κεφαλοχώρι, που απλώνεται αμφιθεατρικά στους πρόποδες του βουνού του Χριστού, όπου βρισκόταν το βυζαντινό- ενετικό κάστρο, ο Πύργος της Βασίλισσας. Το Λιβύσι είχε είκοσι εκκλησίες, χωριζόταν σε τρεις κύριες γειτονιές, την Πάνω Γειτονιά με την πλατεία του Στούμπου, τα καφενεία, την εκκλησία των Ταξιαρχών και το αρεναγωγείο, τη Μέση Γειτονιά με την ενορία της Αγίας Άννας ή Μέσης Παναγίας, όπου στεγαζόταν το Παρθεναγωγείο και τη Κάτω Γειτονιά με την Κάτω Παναγιά ή Παναγία Πυργιώτισσα, που ήταν η λαϊκότερη συνοικία. Σήμερα σώζεται ατόφιο, ένα χωριό φάντασμα, καθώς οι Τούρκοι μετανάστες από την Ελλάδα μετά το 1923, δεν το κατοίκησαν και έστησαν σε άλλη περιοχή το χωριό τους. Στις μέρες μας είναι διατηρητέο μνημείο, μοναδικό σε όλη τη νοτιοδυτική Τουρκία.
Το Λυβύσι ταυτίζεται με την Καρμυλησσό της Λυκίας.
Μύρα
Σημαντική αρχαία ελληνική πόλη της Λυκίας, τα Μύρα, τον 5ο μ.Χ. αι. ήταν πρωτεύουσα της περιοχής. Στα Μύρα διασώζεται ολόκληρη νεκρόπολη, με λαξευτούς τάφους. Το μεγάλο ρωμαϊκό θέατρο των Μύρων οικοδομήθηκε μεταξύ 125 –175 μ.Χ. Στα Μύρα στεγάζεται ο ναός του Αγίου Νικολάου, όπου βρισκόταν και ο τάφος του. Ο Ιουστινιανός επεξέτεινε και εξωράισε το ναό. Η πόλη καταλήφθηκε από τους Σαρακηνούς στα 809 και καταστράφηκε. Στα 1035 ο Κωνσταντίνος Μονομάχος αναστήλωσε το ναό, δυστυχώς 50 χρόνια αργότερα θα κλαπεί το σκήνωμα του αγίου από τους Σταυροφόρους για να μεταφερθεί στο Μπάρι της Ιταλίας. Την οθωμανική περίοδο, η χριστιανική λατρεία περιορίστηκε στα μικρά παρεκκλήσια γύρω από τη Βασιλική που αναστηλώθηκε τον 19ο αι. με την οικονομική ενίσχυση της Ρωσίας. Το κωδωνοστάσιο του ναού ήταν προσφορά του τσάρου Αλέξανδρου του Β στα 1862.
