Οι πλανόδιοι πωλητές

Κατά το 19ο αιώνα, η Κωνσταντινούπολη απασχολούσε σχεδόν τα 3/5 των κατοίκων της στο εμπόριο. Ο εφοδιασμός της πρωτεύουσας στηριζόταν κυρίως σε ένα δίκτυο θαλάσσιων μεταφορών.
Μια πολυπληθής ομάδα εργαζομένων στο χώρο του επισιτισμού ήταν οι πλανόδιοι πωλητές. Γνωστό και αποδεκτό επάγγελμα από την εποχή των βυζαντινών χρόνων. Αμέτρητοι πλανόδιοι πωλητές αλώνιζαν αδιάκοπα τις γειτονιές της Πόλης: οι χαλβατζήδες, οι στραγαλάδες, οι σερμπετζήδες, οι παγωτατζήδες (ντοντουρματζήδες), οι σαλεπιτζήδες, οι ασουρετζήδες, οι μποζατζήδες, οι σιρατζήδες, οι μαντζουντζήδες (καραμελάδες), οι παγοπώλες, οι γιαουρτάδες, οι αυγουλάδες, οι καϊμακτζήδες, οι γαλατάδες, οι πωλητές φύλλου κρούστας, οι κουλουράδες, οι πωλητές βρασμένων καλαμποκιών, οι πλανόδιοι φρουτάδες και λαχανοπώλες με την πραμάτεια φορτωμένη σε άλογο ή γαϊδουράκι, οι ραδικούδες με ραδίκια, γούβες, ζοχούς, μολόχες, λάπατα, μαστίχες κ.ά. από το πρωί έως το βράδυ τριγυρνούσαν τα ατέλειωτα σοκάκια της Πόλης.
Οι πλανόδιοι πωλητές, άποροι επαρχιώτες στην καταγωγή, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στους κατοίκους, περιφέροντας και διαλαλώντας την πραμάτεια τους, με στεντόρεια φωνή και διάφορα ευρηματικά λόγια προσπαθούσαν να προκαλέσουν την προσοχή του αγοραστικού κοινού. Πολλές φορές κατεύφευγαν ακόμη και σε δίστιχα.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της γιαγιάς Ειρήνης Μανίφικου, στις αρχές 20ού αιώνα, ο πωλητής γλυκισμάτων ταψιού τριγυρνούσε στα λασπωμένα στενοσόκακα της Πόλης φωνάζοντας:
Τριγωνάκια με το μέλι/φάγε Κατίνα, μη σε μέλει. Την περίοδο όμως της Αποκριάς προσαρμοζόταν και αυτός στην αθυροστομία των ημερών:
Άιντε! Ο τριγωνατζής περνάει/λάσπες και σκατά πατάει.
Οι πλανόδιοι μπουγατσατζήδες, οι πλανόδιοι τζιερτζήδες που πουλούσαν συκωταριές όπως και οι πλανόδιοι πωλητές τηγανητού συκωτιού ήταν Ορθόδοξοι ή Μουσλουμάνοι με καταγωγή την Ήπειρο. Άλλοι πλανόδιοι πωλητές, Αρμένιοι, Εβραίοι και Ρωμιοί, κουβαλούσαν μέσα σε πανέρια ή ταψιά λαδερά ντολμαδάκια γιαλαντζί, μύδια ή σκουμπριά γεμιστά, που τα έφτιαχναν οι ίδιοι και τα βράδια στήνονταν έξω από τις ταβέρνες στο Γαλατά, στον Τοπχανέ, στο Κοντοσκάλι και στον Μπαλατά. Οι πλανόδιοι μπουρεκτζήδες και τυροπιτάδες κατάγονταν από τη Σαφράμπολη, οι κανταϊφτζήδες ήταν από την ευρύτερη περιοχή της Κασταμονής. Οι πλανόδιοι μάγειρες τηγανητής παλαμίδας είχαν τα στέκια τους σε βάρκες που στεγάζονταν στις δυο πλευρές της Γέφυρας του Γαλατά. Οι πωλητές τουρσιών κυκλοφορούσαν με τα βαρέλια στην πλάτη, κρατώντας στα χέρια τους άσπρα εμαγιέ δοχεία γεμάτα τουρσί λάχανο, αγγουράκι, ντομάτα, μελιτζανάκι και πιπεριές. Οι πωλητές πιλαφιού γαρνιρισμένου με ρεβίθι, όπως και οι πλανόδιοι κεφτετζήδες, με τα τηγανητά κεφτεδάκια, εκτελούσαν χρέη υπαίθριου μαγειρείου στα εμπορικά κέντρα και στις λαϊκές αγορές. Μεταξύ των πλανόδιων πωλητών θυμάμαι στα παιδικά μου χρόνια τον γαλατά με τα γυαλιστερά «γκιούμια» του, ένα μεγάλο και ένα μικρό, που προμήθευε με γάλα τις νοικοκυρές, όπως επίσης αργότερα και ο μανάβης με το άλογο ή το γαϊδουράκι του ήταν φορτωμένο δεξιά-ζερβά με ποικιλία λαχανικών μέσα σε κοφίνια. Οι πλανόδιοι γιαουρτάδες, συνήθως το απόγευμα τριγυρνούσαν τις γειτονιές, κουδουνίζοντας ένα μικρό καμπανάκι, ενώ είχαν κρεμασμένα σ’ ένα κοντάρι δύο τεράστια ταψιά με γιαούρτι Σηλυβρίας, με παχύ καϊμάκι, περασμένο στους ώμους τους.
Οι πλανόδιοι ψωμάδες, Αρμένιοι οι περισσότεροι, πουλούσαν καρβέλια και άσπρες χάσικες φραντζόλες μέσα σε κοφίνια και αργότερα σε τσίγκινα ντουλάπια, φορτωμένα σε άλογα ή μουλάρια. Οι Χιώτες πλανόδιοι ψωμάδες, στις αρχές του 20ού αιώνα, πουλούσαν μικρές φραντζόλες μπίρας. Χάρη στην τσέτουλα που τραβούσε ο ψωμάς κάθε μέρα, διαιώνιζε το βερεσέ.
Το Σεπτέμβρη εμφανίζονταν οι πωλητές σταφυλιών, φορτωμένοι με τεράστιες κούφες στολισμένες με κληματόφυλλα, διαλαλώντας τα αρωματικά ροζακιά, τα τσαούσια και τα γιαπιντζάκια. Το καλοκαίρι, ίσως οι ίδιοι πωλητές, κουβαλώντας ξύλινες ολοστρόγγυλες τάβλες στολισμένες με αμπελόφυλλα, διαλαλούσαν τα μελάτα σύκα από τα Καβάκια του Βοσπόρου ή τα μελένια μαύρα και άσπρα μούρα, προσελκύοντας γύρω τους ένα σμήνος από μέλισσες.
Γραφικό θέαμα παρουσίαζαν αυτοί που πουλούσαν σάλιαγκες, αραδιασμένους σε ξύλινους ταβλάδες, καθώς προσπαθούσαν κάθε τόσο να περιμαζέψουν τους… δραπέτες.
Οι «λειτουργιατζήδες», που εμφανίζονταν στους δρόμους της Πόλης πέντε με έξι φορές το χρόνο, πουλώντας λειτουργίες, ξεσήκωναν τους θρησκόληπτους που διαμαρτύρονταν επειδή, κατά τη γνώμη τους, δια-συρόταν το πρόσφορο.
Εκτός από τα συνηθισμένα ατελείωτα παζάρια, δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο και οι αψιμαχίες μεταξύ πελατών και πωλητών για ξίκικο (λιποβαρές) ζύγισμα. Πάντως, αυτοί που μπορούσαν να κλέβουν πιο εύκολα ήταν οι παγοπώλες, αφού σε περίπτωση ελέγχου είχαν έτοιμη τη δικαιολογία «Πάγος είναι, λιώνει», και, επιπλέον, κρατούσαν ένα τεράστιο πριόνι, που έκανε τον πελάτη λιγότερο εριστικό.
